μπισκότα
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μπισκότο
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Έφαγα δύο μπισκότα με το γάλα μου το πρωί.”
I ate two biscuits with my milk in the morning.
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free