Meaning of χρυσός | Babel Free
/xɾiˈsos/Ορισμοί
- μεταλλικό χημικό στοιχείο, με ατομικό αριθμό 79 και χημικό σύμβολο το Au
- ανδρικό όνομα
- ανδρικό επώνυμο
- πολύτιμο μέταλλο, με κίτρινο χρώμα, που χρησιμοποιείται στη κατασκευή κοσμημάτων και στην αποταμίευση, το χρυσάφι
-
το χρήμα, ο πλούτος figuratively
-
κάθε τι πολύτιμο figuratively
Παραδείγματα
“※ μ’ ανεβρυτό περνάει φτερό κι ανεβοκατεβαίνει / στη φλόγινη αστραπή / χρυσός, πρασινογάλανος, φωτιά, σε μαγεμένη / διαβατική σιωπή·”
“η σιωπή είναι χρυσός”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.