Meaning of μάλαμα | Babel Free
/ˈmalama/Ορισμοί
- κάθε πολύτιμο μέταλλο
- γυναικείο όνομα
- γυναικείο επώνυμο
- το χρυσάφι, ο χρυσός, ο λευκόχρυσος
- τοπωνύμιο (πρόχωμα Μάλαμα, Μαλάματα Φωκίδας).
-
στον ενικό: καλή καρδιά figuratively
Ισοδύναμα
English
gold
Παραδείγματα
“καρδιά μάλαμα”
heart of gold
“※ Τότες οι σύντροφοι του Μπεν, που ήτανε κ' οι πιο πολλοί, πήρανε πίσω με το στανιό τ' ασήμι που 'χανε δοσμένο, κρατήσανε και το μάλαμα. (Φώτης Κόντογλου Ο κουρσάρος Άβερης, ο λεγόμενος Μπεν [διήγημα])”
“έχει ψυχή μάλαμα! είναι τόσο γλυκός άνθρωπος!”
“※ ο τύπος ζήτησε συγγνώμη και συστήθηκε - ήταν ο μέγας Μπαγιαντέρας, ο Μήτσος με την καρδιά μάλαμα, κι έκανε πάντα αυτό το χωρατό, με τάχα λεκέδες και θηλιές, σ' όσους δεν ήξεραν που είχε μείνει τυφλός στην Κατοχή, από αφαγία. (Αύγουστος Κορτώ, Τσιτσιμπού, η μάγισσα της πίστας, εκδ. Πατάκης, 2023)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.