Meaning of ποσότητα | Babel Free
/poˈso.ti.ta/Ορισμοί
- αφηρημένη έννοια που αναφέρεται στο μέγεθος (πόσο;) ή τον αριθμό (πόσα;)
- ποσοτικά γνωρίσματα
- η χρονική διάρκεια ενός φθόγγου
Παραδείγματα
“Μία σχετικά μικρή ποσότητα πετρελαίου, 10.000 λίτρα, χύθηκε στη θάλασσα.”
A relatively small quantity of oil, 10,000 litres, ended up in the sea.
“Η ποσότητα του αλκοόλ σε αυτά τα σοκολατάκια είναι τόσο μικρή που δε θα έπρεπε να σε νοιάζει.”
“Η ποσότητα νερού στο σώμα ενός ανθρώπου με μέσο βάρος 70 kg είναι περίπου 40 λίτρα.”
“Η ποσότητα των 10 ml της ουσίας αρκεί για να...”
“< υπώνυμα: αριθμός, μάζα, μέγεθος, όγκος”
“< υπώνυμα: βραχύτητα, μακρότητα”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.