Meaning of πτέρυγα | Babel Free
/ˈpte.ɾi.ɣa/Ορισμοί
-
το φτερό formal
- το διακριτό τμήμα ενός κτιρίου
- η οργανική μονάδα της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας
Ισοδύναμα
English
wing
Παραδείγματα
“τα αντιαεροπορικά κατέστρεψαν τη δεξιά πτέρυγα του αεροπλάνου”
“το άγαλμα φυλάσσεται στη δυτική πτέρυγα του μουσείου”
“η 111 Πτέρυγα Μάχης έχει ως αποστολή την αναχαίτιση”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.