HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πτέρυγα | Babel Free

Noun feminine CEFR B2 Frequent
/ˈpte.ɾi.ɣa/

Ορισμοί

  1. το φτερό
    formal
  2. το διακριτό τμήμα ενός κτιρίου
  3. η οργανική μονάδα της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας

Ισοδύναμα

English wing

Παραδείγματα

“τα αντιαεροπορικά κατέστρεψαν τη δεξιά πτέρυγα του αεροπλάνου”
“το άγαλμα φυλάσσεται στη δυτική πτέρυγα του μουσείου”
“η 111 Πτέρυγα Μάχης έχει ως αποστολή την αναχαίτιση”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πτέρυγα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course