HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

πτερύγιο

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. απόφυση ή όργανο ψαριών και υδρόβιων ζώων, που μοιάζει με μικρό φτερό
  2. εξάρτημα αντικειμένου, που μοιάζει με μικρό φτερό
    broadly

Ισοδύναμα

26 more languages

Παραδείγματα

“Το πτερύγιο του ψαριού κόπηκε στα βράχια.”

The fish's fin was cut on the rocks.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη πτερύγιο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free