HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

λάμα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Standard

Ορισμοί

  1. το κοφτερό εξάρτημα εργαλείων, η λεπίδα
  2. πνευματικός δάσκαλος ή ηγέτης του θιβετιανού βουδισμού
  3. θηλαστικό ζώο της Νότιας Αμερικής (λατινικό όνομα Llama glama), συγγενές με την καμήλα και που χρησιμοποιείται ως μέσα μεταφοράς ή για την παραγωγή μαλλιού
  4. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  5. μεταλλικό μακρόστενο έλασμα που χρησιμοποιείται συνήθως για να στηρίξει κάτι

Ισοδύναμα

40 more languages
Българскилама
བོད་སྐད།བླ་མ
Catalàllama
Cymraeglama
Dansklama
Gaeilgeláma
ગુજરાતીલામા
עבריתלאמהלמה
Հայերենլամա
ქართულილამა
한국어라마야마
Kurdîlalama
Latviešulama
Македонскилама
Монголламᠯᠠᠮᠠ
Bahasa Melayulama
नेपालीलामा
NederlandsklinglamaLemmerschoepspriet
Românălama
Slovenčinalama
Slovenščinalama
Svenskalama
Tagalogliyama
Türkçebisturilama
Tiếng Việtlạt-ma
繁體中文喇嘛駱馬

Παραδείγματα

“ακονίζω τη λάμα του ξυραφιού”
του στερέωσαν τη σπασμένη κνήμη με μία λάμα και βίδες”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη λάμα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free