Meaning of κόψη | Babel Free
/ˈko.psi/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Κόψης
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Κόψης accusative, genitive, singular, vocative
- η ακμή ενός κοφτερού εργαλείου, η λεπτή πλευρά που χρησιμεύει για να κόβει
Ισοδύναμα
English
edge
Παραδείγματα
“Σε γνωρίζω από την κόψη / του σπαθιού την τρομερή… (Διονύσιος Σολωμός, Ύμνος εις την Ελευθερίαν)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.