HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κόψη | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/ˈko.psi/

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Κόψης
  2. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Κόψης
    accusative, genitive, singular, vocative
  3. η ακμή ενός κοφτερού εργαλείου, η λεπτή πλευρά που χρησιμεύει για να κόβει

Ισοδύναμα

English edge

Παραδείγματα

“Σε γνωρίζω από την κόψη / του σπαθιού την τρομερή… (Διονύσιος Σολωμός, Ύμνος εις την Ελευθερίαν)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κόψη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course