Σημασία του φτερό | Babel Free
fteˈɾoΟρισμοί
- το καθένα από τα δύο μέλη (άνω άκρα) του σώματος των πτηνών και τα αντίστοιχα αρκετών εντόμων που χρησιμεύουν στο πέταγμα
- στέλεχος του φτερού πουλιού με αρκετές διακλαδώσεις
- εργαλείο ξεσκονίσματος που αποτελείται συνήθως από φτερά ή απομιμήσεις φτερών
- καθετί που μοιάζει ή που λειτουργεί ως φτερό ή πτερύγιο, ιδίως οι πτέρυγες των αεροπλάνων
- το μεταλλικό προστατευτικό κάλυμμα των τροχών
- κατηγορία στην πυγμαχία και στην πάλη
- το χαρακτηριστικό μπαλάκι του μπάντμιντον
Ισοδύναμα
العربية
ريشة
Български
перо
Català
volant
Deutsch
Feder
feder
Federball
federn
Fender
Fittich
Flügel
flügel
flügeln
Kotflügel
Parteiflügel
Schutzblech
Schwinge
Tragfläche
Esperanto
volano
Gaeilge
eiteán
Galego
empenar
हिन्दी
चिड़िया
Magyar
tollaslabda
Bahasa Indonesia
kok
Íslenska
fluga
한국어
셔틀콕
Latina
plumo
Lëtzebuergesch
Fiederball
ລາວ
ໄກ່ຕີ
Македонски
перо
Bahasa Melayu
bulu tangkis
Română
fluturaș
Русский
антикрыло
волан
вола́нчик
ковылий
ковылистый
кра́нец
крыло
кулиса
перо
перьевой
пуховик
стрелка
флигель
ไทย
ลูกขนไก่
Українська
перо
Tiếng Việt
lông vũ
中文
羽毛
ZH-TW
羽毛
Παραδείγματα
“※ Κάποιος απ' αυτούς, ο πιο μπρατσωμένος, σκύβει κι απλώνοντας τις χερούκλες του τη σηκώνει σαν φτερό και την ανεβάζει πάνω. «Ζήτω η μεγάλη μας Μαρίκα !» φωνάζει κάποιος από τις πρώτες σειρές […]”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free