φτερό
Ορισμοί
- το καθένα από τα δύο μέλη (άνω άκρα) του σώματος των πτηνών και τα αντίστοιχα αρκετών εντόμων που χρησιμεύουν στο πέταγμα
- στέλεχος του φτερού πουλιού με αρκετές διακλαδώσεις
- εργαλείο ξεσκονίσματος που αποτελείται συνήθως από φτερά ή απομιμήσεις φτερών
- καθετί που μοιάζει ή που λειτουργεί ως φτερό ή πτερύγιο, ιδίως οι πτέρυγες των αεροπλάνων
- το μεταλλικό προστατευτικό κάλυμμα των τροχών
- κατηγορία στην πυγμαχία και στην πάλη
- το χαρακτηριστικό μπαλάκι του μπάντμιντον
Ισοδύναμα
38 more languages
العربيةريشة
Българскиперо
Catalàvolant
DeutschFederFederballfedernFenderFittichflügelflügelnKotflügelParteiflügelSchutzblechSchwingeTragfläche
Esperantovolano
Gaeilgeeiteán
Galegoempenar
हिन्दीचिड़िया
Magyartollaslabda
Bahasa Indonesiakok
Íslenskafluga
한국어셔틀콕
Latinaplumo
LëtzebuergeschFiederball
ລາວໄກ່ຕີ
Македонскиперо
Bahasa Melayubulu tangkis
Românăfluturaș
ไทยลูกขนไก่
Українськаперо
Tiếng Việtlông vũ
中文羽毛
繁體中文羽毛
Παραδείγματα
“※ Κάποιος απ' αυτούς, ο πιο μπρατσωμένος, σκύβει κι απλώνοντας τις χερούκλες του τη σηκώνει σαν φτερό και την ανεβάζει πάνω. «Ζήτω η μεγάλη μας Μαρίκα !» φωνάζει κάποιος από τις πρώτες σειρές […]”
Επίπεδο CEFR
C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free