HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of φτερό | Babel Free

Noun CEFR C1 Standard
/fteˈɾo/

Ορισμοί

  1. το καθένα από τα δύο μέλη (άνω άκρα) του σώματος των πτηνών και τα αντίστοιχα αρκετών εντόμων που χρησιμεύουν στο πέταγμα
  2. στέλεχος του φτερού πουλιού με αρκετές διακλαδώσεις
  3. εργαλείο ξεσκονίσματος που αποτελείται συνήθως από φτερά ή απομιμήσεις φτερών
  4. καθετί που μοιάζει ή που λειτουργεί ως φτερό ή πτερύγιο, ιδίως οι πτέρυγες των αεροπλάνων
  5. το μεταλλικό προστατευτικό κάλυμμα των τροχών
  6. κατηγορία στην πυγμαχία και στην πάλη
  7. το χαρακτηριστικό μπαλάκι του μπάντμιντον

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“※ Κάποιος απ' αυτούς, ο πιο μπρατσωμένος, σκύβει κι απλώνοντας τις χερούκλες του τη σηκώνει σαν φτερό και την ανεβάζει πάνω. «Ζήτω η μεγάλη μας Μαρίκα !» φωνάζει κάποιος από τις πρώτες σειρές […]”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See φτερό used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course