Meaning of φτερό | Babel Free
/fteˈɾo/Ορισμοί
- το καθένα από τα δύο μέλη (άνω άκρα) του σώματος των πτηνών και τα αντίστοιχα αρκετών εντόμων που χρησιμεύουν στο πέταγμα
- στέλεχος του φτερού πουλιού με αρκετές διακλαδώσεις
- εργαλείο ξεσκονίσματος που αποτελείται συνήθως από φτερά ή απομιμήσεις φτερών
- καθετί που μοιάζει ή που λειτουργεί ως φτερό ή πτερύγιο, ιδίως οι πτέρυγες των αεροπλάνων
- το μεταλλικό προστατευτικό κάλυμμα των τροχών
- κατηγορία στην πυγμαχία και στην πάλη
- το χαρακτηριστικό μπαλάκι του μπάντμιντον
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Κάποιος απ' αυτούς, ο πιο μπρατσωμένος, σκύβει κι απλώνοντας τις χερούκλες του τη σηκώνει σαν φτερό και την ανεβάζει πάνω. «Ζήτω η μεγάλη μας Μαρίκα !» φωνάζει κάποιος από τις πρώτες σειρές […]”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.