HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of στέγη | Babel Free

Noun feminine CEFR B2 Frequent
/ˈste.ʝi/

Ορισμοί

  1. η οριζόντια ή επικλινής επιφάνεια που καλύπτει κάποιο κτίσμα και μπορεί να αποτελείται από πλάκες, κεραμίδια, μπετόν κ.λπ.
  2. το σπίτι, η κατοικία
    figuratively
  3. η εταιρεία ή ο οργανισμός που έχει ένα ορισμένο σκοπό να προωθήσει και να προστατεύσει
    figuratively
  4. ο χώρος που παρέχεται για την εξυπηρέτηση μιας ορισμένης, επαγγελματικής συνήθως, ανάγκης

Ισοδύναμα

English roof

Παραδείγματα

“Tο περιοδικό μας προσφέρει στέγη σε νέους λογοτέχνες.”
“Αυτή είναι η θεατρική στέγη του γνωστού σκηνοθέτη και ηθοποιού.”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See στέγη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course