Meaning of στέγη | Babel Free
/ˈste.ʝi/Ορισμοί
- η οριζόντια ή επικλινής επιφάνεια που καλύπτει κάποιο κτίσμα και μπορεί να αποτελείται από πλάκες, κεραμίδια, μπετόν κ.λπ.
-
το σπίτι, η κατοικία figuratively
-
η εταιρεία ή ο οργανισμός που έχει ένα ορισμένο σκοπό να προωθήσει και να προστατεύσει figuratively
- ο χώρος που παρέχεται για την εξυπηρέτηση μιας ορισμένης, επαγγελματικής συνήθως, ανάγκης
Ισοδύναμα
English
roof
Παραδείγματα
“Tο περιοδικό μας προσφέρει στέγη σε νέους λογοτέχνες.”
“Αυτή είναι η θεατρική στέγη του γνωστού σκηνοθέτη και ηθοποιού.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.