Meaning of διάρρηξη | Babel Free
Ορισμοί
-
η θραύση, το σπάσιμο literally
- το να παραβιάζει κανείς κάποιον κλειδωμένο ή κλειστό χώρο, προκειμένου να κλέψει
- η κλοπή
- η δημιουργία μιας ασυνέχειας, ενός ρήγματος
- η διακοπή, η ακύρωση
Ισοδύναμα
English
break-in
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.