διάρρηξη
Ορισμοί
-
η θραύση, το σπάσιμο literally
- το να παραβιάζει κανείς κάποιον κλειδωμένο ή κλειστό χώρο, προκειμένου να κλέψει
- η κλοπή
- η δημιουργία μιας ασυνέχειας, ενός ρήγματος
- η διακοπή, η ακύρωση
Ισοδύναμα
15 more languages
Παραδείγματα
“Η διάρρηξη του καταστήματος έγινε τα μεσάνυχτα.”
The break-in of the shop happened at midnight.
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free