Meaning of διάρροια | Babel Free
/ðiˈaɾia/Ορισμοί
- δυσλειτουργία του πεπτικού συστήματος η οποία χαρακτηρίζεται από αύξηση ρευστότητας των κοπράνων
-
ασταμάτητη ροή, π.χ. λόγου / γραφής figuratively
Παραδείγματα
“Έφαγε χαλασμένο ψάρι και την έπιασε διάρροια.”
She ate a spoiled fish and got diarrhea.
“δεν δίνουμε γάλα στη γάτα μας, μπορεί να της προκαλέσει διάρροια”
“※ Ποτέ και κανένας δεν είχε υπεκφύγει την ουσία μιας ερώτησης με τόσα πολλά φούμαρα. Είναι παραπάνω από προφανές, εάν δεν έχεις τη νοημοσύνη σαλαμάνδρας, πως ούτε η αγάπη, ούτε η θέληση, ούτε η ευτυχία, ούτε καμία άλλη παπαριά ήταν υπεύθυνη για τη διάρροια δύο χιλιάδων τριακοσίων σελίδων. (Πέτρος Τατσόπουλος, Η κυρία που λυπάται, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.