HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

διάρροια

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
ðiˈaɾia

Ορισμοί

  1. δυσλειτουργία του πεπτικού συστήματος η οποία χαρακτηρίζεται από αύξηση ρευστότητας των κοπράνων
  2. ασταμάτητη ροή, π.χ. λόγου / γραφής
    figuratively

Ισοδύναμα

31 more languages

Παραδείγματα

“Έφαγε χαλασμένο ψάρι και την έπιασε διάρροια.”

She ate a spoiled fish and got diarrhea.

δεν δίνουμε γάλα στη γάτα μας, μπορεί να της προκαλέσει διάρροια”
“※ Ποτέ και κανένας δεν είχε υπεκφύγει την ουσία μιας ερώτησης με τόσα πολλά φούμαρα. Είναι παραπάνω από προφανές, εάν δεν έχεις τη νοημοσύνη σαλαμάνδρας, πως ούτε η αγάπη, ούτε η θέληση, ούτε η ευτυχία, ούτε καμία άλλη παπαριά ήταν υπεύθυνη για τη διάρροια δύο χιλιάδων τριακοσίων σελίδων. (Πέτρος Τατσόπουλος, Η κυρία που λυπάται, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη διάρροια σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free