Meaning of λουλούδι | Babel Free
/luˈlu.ði/Ορισμοί
- το μέρος του φυτού που περιλαμβάνει τα όργανα αναπαραγωγής του, τα πέταλα και σέπαλα και στο οποίο αναπτύσσεται ο καρπός μετά τη γονιμοποίηση, το άνθος
- ανθοφόρο φυτό
-
αθώος, απονήρευτος figuratively
-
πονηρός, ανήθικος figuratively, ironic
Ισοδύναμα
English
flower
Παραδείγματα
“Η τριανταφυλλιά έβγαλε τα πρώτα της λουλούδια.”
“φυτεύω λουλούδια”
“※ 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ταξιδεύοντας: Ιαπωνία-Κίνα, αρχική έκδοση 1938.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.