διαδίκτυο
Ορισμοί
ένα διεθνές δίκτυο τηλεπικοινωνιών που συνδέει ηλεκτρονικούς υπολογιστές μέσω του πρωτοκόλλου IP. Υποστηρίζει κυρίως τη μετάδοση ιστοσελίδων (webpage), ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (email) και αρχείων.
Ισοδύναμα
30 more languages
বাংলাইন্টারনেট
Bosanskiinternet
Ελληνικάδιαδικτυακός
EsperantoInterreto
GaeilgeIdirlíon
Gàidhligeadar-lìon
עבריתאִינְטֶרְנֶט
हिन्दीइंटरनेट
Hrvatskiinternet
日本語インターネット
ქართულიკომპიუტერული ქსელი
한국어인터넷
Latinainterrete
Nederlandsinternet
Portuguêsinternet
Српскиinternet
தமிழ்இணையம்
Tiếng Việtliên mạng
Παραδείγματα
“Η πρόσβαση στο Διαδίκτυο αποκαταστάθηκε σήμερα στην Αλμάτι, τη μεγαλύτερη πόλη του Καζακστάν, …”
Internet access was restored today in Almaty, Kazakhstan's largest city, …
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free