Meaning of παιδάκι | Babel Free
/peˈða.ci/Ορισμοί
-
πολύ μικρό παιδί diminutive
- έδεσμα που παρασκευάζεται από τα πλευρά του θώρακα του ζώου τα οποία είναι τεμαχισμένα εγκάρσια, κατά μήκος του διάκενου μεταξύ των οστών, ώστε στο κάθε οστό να αντιστοιχεί κι από ένα καμμάτι (παϊδάκι)
- άτομο με συμπεριφορά μικρού παιδιού
Παραδείγματα
“※ Όταν όμως κυρίευε τη Γιολάντα η μελαγχολία, στις προσωπικές της εξομολογήσεις, το αγοροκόριτσο - πειραχτήρι μεταμορφωνόταν σε ένα μικρό παιδάκι, παρατημένο, ανυπεράσπιστο, ανήμπορο. (Απόστολος Δοξιάδης, Ερασιτέχνης επαναστάτης, Προσωπική μυθιστορία, εκδ. Ίκαρος, 2018)”
“ψήσαμε αρνίσια παϊδάκια στα κάρβουνα”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.