HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of παιδάκι | Babel Free

Noun CEFR B2 Standard
/peˈða.ci/

Ορισμοί

  1. πολύ μικρό παιδί
    diminutive
  2. έδεσμα που παρασκευάζεται από τα πλευρά του θώρακα του ζώου τα οποία είναι τεμαχισμένα εγκάρσια, κατά μήκος του διάκενου μεταξύ των οστών, ώστε στο κάθε οστό να αντιστοιχεί κι από ένα καμμάτι (παϊδάκι)
  3. άτομο με συμπεριφορά μικρού παιδιού

Ισοδύναμα

English chop Cutlet Kiddie

Παραδείγματα

“※ Όταν όμως κυρίευε τη Γιολάντα η μελαγχολία, στις προσωπικές της εξομολογήσεις, το αγοροκόριτσο - πειραχτήρι μεταμορφωνόταν σε ένα μικρό παιδάκι, παρατημένο, ανυπεράσπιστο, ανήμπορο. (Απόστολος Δοξιάδης, Ερασιτέχνης επαναστάτης, Προσωπική μυθιστορία, εκδ. Ίκαρος, 2018)”
“ψήσαμε αρνίσια παϊδάκια στα κάρβουνα”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See παιδάκι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course