Σημασία του παιδί | Babel Free
peˈðiΟρισμοί
- το καθένα από τα οστά των πλευρών του θώρακα ενός θηλαστικού
- νεαρό άτομο μικρής ηλικίας, συνήθως ανάμεσα στη βρεφική και την εφηβική ηλικία, που η σωματική και πνευματική του ανάπτυξη δεν έχει ολοκληρωθεί
- το νεαρό άτομο που δεν έχει περάσει τα νόμιμα όρια της ενηλικίωσης
- το νεαρό άτομο με εμφανίσιμα κι ελκυστικά χαρακτηριστικά
- το τέκνο, ο γόνος, ο γιος ή η κόρη
- ο απόγονος
- το νεογνό, ο νεοσσός
-
το άτομο που έχει γαλουχηθεί σε συγκεκριμένες συνθήκες κι έχει επηρεαστεί από συγκεκριμένους παράγοντες figuratively
- υπάλληλος μικρής ηλικίας για ασήμαντες δουλειές και θελήματα
-
ο ανώριμος άνθρωπος που δε συμπεριφέρεται ως ενήλικας offensive
-
ο ενήλικας που εμφανίζει θετικά χαρακτηριστικά (αθωότητα, ευαισθησία, τρυφερότητα κ.λπ.) της παιδικής ηλικίας diminutive
Ισοδύναμα
Afrikaans
kind
Български
дете
Bosanski
dijete
Cymraeg
plentyn
Esperanto
infano
Eesti
laps
Gaeilge
leanbh
ગુજરાતી
બાળક
Bahasa Indonesia
anak
Íslenska
barn
한국어
어린이
Latina
puer
Lëtzebuergesch
Kand
Lingála
mwana
Lietuvių
vaikas
Nederlands
kind
Português
criança
Română
copil
Slovenščina
otrok
Shqip
fëmijë
Kiswahili
mtoto
Тоҷикӣ
кӯдак
Παραδείγματα
“είσαι μεγάλο παιδί πια!”
“τα παιδιά δεν πρέπει να παρακολουθούν σκηνές βίας”
“τα παιδιά δεν ψηφίζουν”
“ο Κωνσταντίνος είναι ωραίο παιδί”
“οι γονείς οφείλουν να φροντίζουν την υγεία των παιδιών τους”
“(παρωχημένο) το αγόρι σε αντιδιαστολή προς το κορίτσι”
“είχε δύο παιδιά και τρία κορίτσια”
“είμαστε παιδιά γενναίων πολεμιστών και σπουδαίων ανθρώπων”
“και τα ζώα φροντίζουν τα παιδιά τους”
“παιδιά της Κατοχής”
“το παιδί του γραφείου έφερε καφέ στο διευθυντή”
“να έρθει το παιδί να πάρει τους φακέλους”
“σοβαρέψου και μη γίνεσαι παιδί!”
“είναι ένα παιδί, μην την πληγώσεις”
Επίπεδο CEFR
A1
Αρχάριος
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A1 — επίπεδο αρχάριος.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free