Meaning of παιδί | Babel Free
/peˈði/Ορισμοί
- το καθένα από τα οστά των πλευρών του θώρακα ενός θηλαστικού
- νεαρό άτομο μικρής ηλικίας, συνήθως ανάμεσα στη βρεφική και την εφηβική ηλικία, που η σωματική και πνευματική του ανάπτυξη δεν έχει ολοκληρωθεί
- το νεαρό άτομο που δεν έχει περάσει τα νόμιμα όρια της ενηλικίωσης
- το νεαρό άτομο με εμφανίσιμα κι ελκυστικά χαρακτηριστικά
- το τέκνο, ο γόνος, ο γιος ή η κόρη
- ο απόγονος
- το νεογνό, ο νεοσσός
-
το άτομο που έχει γαλουχηθεί σε συγκεκριμένες συνθήκες κι έχει επηρεαστεί από συγκεκριμένους παράγοντες figuratively
- υπάλληλος μικρής ηλικίας για ασήμαντες δουλειές και θελήματα
-
ο ανώριμος άνθρωπος που δε συμπεριφέρεται ως ενήλικας offensive
-
ο ενήλικας που εμφανίζει θετικά χαρακτηριστικά (αθωότητα, ευαισθησία, τρυφερότητα κ.λπ.) της παιδικής ηλικίας diminutive
Παραδείγματα
“είσαι μεγάλο παιδί πια!”
“τα παιδιά δεν πρέπει να παρακολουθούν σκηνές βίας”
“τα παιδιά δεν ψηφίζουν”
“ο Κωνσταντίνος είναι ωραίο παιδί”
“οι γονείς οφείλουν να φροντίζουν την υγεία των παιδιών τους”
“(παρωχημένο) το αγόρι σε αντιδιαστολή προς το κορίτσι”
“είχε δύο παιδιά και τρία κορίτσια”
“είμαστε παιδιά γενναίων πολεμιστών και σπουδαίων ανθρώπων”
“και τα ζώα φροντίζουν τα παιδιά τους”
“παιδιά της Κατοχής”
“το παιδί του γραφείου έφερε καφέ στο διευθυντή”
“να έρθει το παιδί να πάρει τους φακέλους”
“σοβαρέψου και μη γίνεσαι παιδί!”
“είναι ένα παιδί, μην την πληγώσεις”
Επίπεδο CEFR
A1
Beginner
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.
This word is part of the CEFR A1 vocabulary — beginner level.