Meaning of τέκνο | Babel Free
/ˈtek.no/Ορισμοί
- παιδί
- είδος ηλεκτρονικής χορευτικής μουσικής
-
όμορφο αγόρι νεαρής ηλικίας vulgar
-
δημιούργημα figuratively
-
αγόρι που έχει σεξουαλικές σχέσεις με ομοφυλόφιλο άνδρα slang
- δήλωση ότι κάποιος κατάγεται από κάποιον τόπο
Παραδείγματα
“Η Σίφνος τιμά το τέκνο της, Νικόλαο Τσελεμεντέ. (*)”
“Από το 1989 όπου έκαναν την εμφάνισή τους τα πρώτα αυτοσχέδια πάρτι με μουσική τέκνο, τρανς, χάουζ κύλησε πολύς ιδρώτας στα νεανικά σώματα, που χορεύουν σαν τρελά μέσα σε «φλασιές» των φώτων, ασταμάτητα μπιτ και γουργουριστούς ρυθμούς της μουσικής. (*)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.