Meaning of μπιτ | Babel Free
Ορισμοί
- η μικρότερη δυνατή ποσότητα μνήμης και πληροφορίας, με τιμές 0 ή 1
- ρυθμός μουσικής σύνθεσης· χτύπος, παλμός, ως βασική μονάδα μέτρησης του χρόνου ενός μουσικού κομματιού
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- μπιτ γενιά, γενιά μπιτ (αγγλικά beat generation) κίνημα συγγραφέων και ποιητών που άκμασε στις ΗΠΑ κατά τις δεκαετίες του 1950 και 1960 (συχνά γράφεται με κεφαλαίο αρχικό: Μπιτ)
Ισοδύναμα
English
bit
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.