Meaning of παιδικός | Babel Free
/pe.ðiˈkos/Ορισμοί
- που ανήκει ή αναφέρεται στο παιδί
-
αθώος, αγνός figuratively
Ισοδύναμα
English
childish
Παραδείγματα
“παιδικό παιχνίδι”
“η Μαρία έχει παιδική ψυχή”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.