πώληση
Ορισμοί
- η διάθεση ενός αγαθού έναντι κάποιου χρηματικού ποσού ή άλλου τιμήματος
- η νομική σύμβαση με την οποία ο ένας συμβαλλόμενος (ο πωλητής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταβιβάσει ή να εκχωρήσει την κυριότητα του αντικειμένου της πώλησης και ο άλλος συμβαλλόμενος (ο αγοραστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να πληρώσει το συμφωνηθέν τίμημα
Ισοδύναμα
20 more languages
DeutschAbsatzUmsatzVerbreitungVerkäufeverkaufenVerkaufsgeschickVerkaufsgeschickeVerkaufstalentVerkaufstalente
Ελληνικάπωλήσεις
עבריתמְכִירָה
Kurdîsale
Nederlandsverkoop
PortuguêsSales
Românăvânzare
Kiswahiliuuzaji
Tiếng Việtdoanh số
Παραδείγματα
“πώληση όπλων”
arms sales
“πώληση διαμερίσματος”
apartment sales
“πώληση ελαιολάδου”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free