Meaning of πωλητής | Babel Free
Ορισμοί
- που πουλάει κάτι, π.χ.
- ο ιδιοκτήτης ενός περιουσιακού στοιχείου (ακίνητο, αυτοκίνητο) που το μεταβιβάζει έναντι χρημάτων σε άλλον
- ο υπάλληλος ενός εμπορικού καταστήματος
- ο πλασιέ
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.