HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

μέλι

Ουσιαστικό CEFR B2 Frequent
ˈme.li

Ορισμοί

  1. γυναικείο όνομα
  2. γυναικείο επώνυμο
  3. ημίρρευστη σακχαρούχα ουσία, την οποία παράγουν οι μέλισσες, συνθέτοντάς την από τον χυμό που μαζεύουν από τα άνθη και τα φύλλα των φυτών
  4. άτομο που είναι πολύ γλυκό στους τρόπους ή στην εμφάνιση
    figuratively
  5. ευχάριστο άτομο ή πράγμα
    figuratively

Ισοδύναμα

27 more languages
Afrikaansheuning
Catalàmel
Danskhonning
Ελληνικάμελιχρός
Esperantomielo
Magyarméz
Íslenskahunang
Italianomieletesoro
日本語
Nederlandshonighoningmopschatschatje
Portuguêsmel
Românămiere
Slovenčinamed
Српскиmedмед
Svenskahonung
Kiswahiliasali
Türkçebal
Українськамедовийситити
Tiếng Việtcưngmặt
中文蜂蜜
繁體中文蜂蜜

Παραδείγματα

“Η Μέλι είναι το πιο γλυκό κορίτσι της τάξης.”

Meli is the sweetest girl in the class.

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη μέλι σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free