καταλάβετε
Ορισμοί
- β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλαβαίνω
- β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος καταλαμβάνω
- θα καταλάβετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταλαβαίνω
- θα καταλάβετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος καταλαμβάνω
- β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος καταλαβαίνω
Παραδείγματα
“Θέλω να καταλάβετε πόσο σημαντικό είναι αυτό.”
I want you to understand how important this is.
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free