Meaning of φτιάχνω | Babel Free
/ˈftça.xno/Ορισμοί
- κάνω, δημιουργώ ή κατασκευάζω κάτι
-
επιδιορθώνω ή μεταποιώ κάτι broadly
- «φτιάχνω κάποιον»
- φέρνω κάποιον σε κατάσταση ευθυμίας ή ευφορίας
-
εκνευρίζω, σπάω τα νεύρα ironic
- προκαλώ, διεγείρω ερωτικά
Παραδείγματα
“Τι να φτιάξω σήμερα για φαΐ;”
“Όταν είμαστε μικροί φτιάχναμε ξύλινα σπαθιά.”
“Τι φτιάχνεις; (τι κάνεις; πώς είσαι;)”
“Ακόμα δεν έφτιαξες την πόρτα να μην χτυπάει;”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.