HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← φτιάχνω — definition

Conjugation of φτιάχνω

Regular CEFR B2
ˈftça.xno

φέρνω κάποιον σε κατάσταση ευθυμίας ή ευφορίας Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ φτιάχνω
εσύ φτιάχνεις
αυτός / αυτή / αυτό φτιάχνει
εμείς φτιάχνουμε
εσείς φτιάχνετε
αυτοί / αυτές / αυτά φτιάχνουν
Παρατατικός
εγώ έφτιαχνα
εσύ έφτιαχνες
αυτός / αυτή / αυτό έφτιαχνε
εμείς φτιάχναμε
εσείς φτιάχνατε
αυτοί / αυτές / αυτά έφτιαχναν
Αόριστος
εγώ έφτιαξα
εσύ έφτιαξες
αυτός / αυτή / αυτό έφτιαξε
εμείς φτιάξαμε
εσείς φτιάξατε
αυτοί / αυτές / αυτά έφτιαξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φτιάξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ φτιάξω
εσύ φτιάξεις
αυτός / αυτή / αυτό φτιάξει
εμείς φτιάξουμε
εσείς φτιάξετε
αυτοί / αυτές / αυτά φτιάξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ φτιάχνε
εσείς φτιάχνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ φτιάξε
εσείς φτιάξτε
Απαρέμφατο αορίστου
φτιάξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ φτιάχνομαι
εσύ φτιάχνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό φτιάχνεται
εμείς φτιαχνόμαστε
εσείς φτιάχνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά φτιάχνονται
Παρατατικός
εγώ φτιαχνόμουν
εσύ φτιαχνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό φτιαχνόταν
εμείς φτιαχνόμασταν
εσείς φτιαχνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά φτιάχνονταν
Αόριστος
εγώ φτιάχτηκα
εσύ φτιάχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό φτιάχτηκε
εμείς φτιαχτήκαμε
εσείς φτιαχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά φτιάχτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φτιαχτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ φτιαχτώ
εσύ φτιαχτείς
αυτός / αυτή / αυτό φτιαχτεί
εμείς φτιαχτούμε
εσείς φτιαχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά φτιαχτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς φτιάχνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ φτιάξου
εσείς φτιαχτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
φτιαχτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary