Conjugation of φτιάχνω
ˈftça.xnoφέρνω κάποιον σε κατάσταση ευθυμίας ή ευφορίας Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | φτιάχνω |
| εσύ | φτιάχνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | φτιάχνει |
| εμείς | φτιάχνουμε |
| εσείς | φτιάχνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φτιάχνουν |
Παρατατικός
| εγώ | έφτιαχνα |
| εσύ | έφτιαχνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έφτιαχνε |
| εμείς | φτιάχναμε |
| εσείς | φτιάχνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έφτιαχναν |
Αόριστος
| εγώ | έφτιαξα |
| εσύ | έφτιαξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έφτιαξε |
| εμείς | φτιάξαμε |
| εσείς | φτιάξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έφτιαξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα φτιάξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | φτιάξω |
| εσύ | φτιάξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | φτιάξει |
| εμείς | φτιάξουμε |
| εσείς | φτιάξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φτιάξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | φτιάχνε |
| εσείς | φτιάχνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | φτιάξε |
| εσείς | φτιάξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | φτιάξει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | φτιάχνομαι |
| εσύ | φτιάχνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | φτιάχνεται |
| εμείς | φτιαχνόμαστε |
| εσείς | φτιάχνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φτιάχνονται |
Παρατατικός
| εγώ | φτιαχνόμουν |
| εσύ | φτιαχνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | φτιαχνόταν |
| εμείς | φτιαχνόμασταν |
| εσείς | φτιαχνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φτιάχνονταν |
Αόριστος
| εγώ | φτιάχτηκα |
| εσύ | φτιάχτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | φτιάχτηκε |
| εμείς | φτιαχτήκαμε |
| εσείς | φτιαχτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φτιάχτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα φτιαχτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | φτιαχτώ |
| εσύ | φτιαχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | φτιαχτεί |
| εμείς | φτιαχτούμε |
| εσείς | φτιαχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | φτιαχτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | φτιάχνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | φτιάξου |
| εσείς | φτιαχτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | φτιαχτεί |