HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ομίχλη | Babel Free

Noun feminine CEFR B2 Standard
/oˈmi.xli/

Ορισμοί

μετεωρολογικό φαινόμενο κατά το οποίο μεγάλη μάζα υδρατμών που έχει κατέβει πολύ κοντά στο έδαφος περιορίζει αισθητά την ορατότητα

Ισοδύναμα

English fog

Παραδείγματα

“※ Αργήσαμε να προσγειωθούμε λόγω της ομίχλης. (Βασίλης Αλεξάκης (1995) Η μητρική γλώσσα)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ομίχλη used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course