Meaning of βουρκώνω | Babel Free
/vuɾˈko.no/Ορισμοί
-
θλίβομαι και δακρύζω ή ετοιμάζομαι να κλάψω figuratively
-
σκοτεινιάζω, συννεφιάζω, ανταριάζω broadly
-
γίνομαι (σαν) βούρκος literally
Ισοδύναμα
English
cloud
Παραδείγματα
“※ Μάτια βουρκωμένα παραπονεμένα / δίχως αγάπη και πόνο κανένας δε ζει (στίχοι τραγουδιού: Νίκος Γκάτσος, μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος”
“※ Τα έλεγε αυτά ο δάσκαλος με παράπονο, και βούρκωναν τα μάτια του. (Πηνελόπη Δέλτα, Παραμύθι χωρίς όνομα, Κεφάλαιο Δ)”
“※ Στον Σκουτελώνα Κολυμπαρίου ο ποταμός για ένα τμήμα 150 περίπου μέτρων έχει βουρκώσει και, αν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα διάνοιξής του προς τη θάλασσα να αδειάσει το τμήμα αυτό που έχει μετατραπεί σε λίμνη, σίγουρα θα υπάρξει πρόβλημα υγιεινής από τα κουνούπια τα οποία θ' αναπαραχθούν στα στάσιμα νερά του. (* haniotika-nea.gr)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.