HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του δειλός | Babel Free

Επίθετο θηλυκό CEFR B2 Frequent
ðiˈlos

Ορισμοί

  1. που δεν έχει θάρρος, που δεν τολμά να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο
  2. που του λείπει η αποφασιστικότητα, που διστάζει ή που ντρέπεται

Ισοδύναμα

العربية جبان
Català pusil·lànime
Esperanto kovarda
Galego coitado covarde frouxo pusilánime
हिन्दी पोंकना
Bahasa Indonesia banci
日本語 軟弱
Latviešu gļēvs
Te Reo Māori hūngoingoi
ไทย ขลาด
Türkçe korkakça ödlek tabansız tabansız
Tiếng Việt hèn khiếp nhược nhát nhát gan nhút nhát

Παραδείγματα

“※ Ο Κηρομάνος ήταν δειλός άντρας και σπάνια κατέφευγε σε τέτοιες πρακτικές, Εκείνος προτιμούσε τις γαλιφιές και τα χαμόγελα, την υπομονή και το καλόπιασμα. Εγώ απ' την πρώτη στιγμή υιοθέτησα το και ο άγιος φοβέρα θέλει, πόσο μάλλον όταν μιλάμε για χρεωμένους κουμαρτζήδες, χαρτοπαίχτες και μεθύστακες των καφέ σαντάν, γεροπαραλυμένους που έστελναν δαχτυλίδια και κολιέ σε θεατρίνες. (Ισίδωρος Ζουργός, Παλιές και νέες χώρες, εκδ. Πατάκης, 2023)”
“δειλή προσπάθεια, δειλή ματιά”
“είναι δειλός με τα κορίτσια”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη δειλός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free