Meaning of δειλός | Babel Free
/ðiˈlos/Ορισμοί
- που δεν έχει θάρρος, που δεν τολμά να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο
- που του λείπει η αποφασιστικότητα, που διστάζει ή που ντρέπεται
Παραδείγματα
“※ Ο Κηρομάνος ήταν δειλός άντρας και σπάνια κατέφευγε σε τέτοιες πρακτικές, Εκείνος προτιμούσε τις γαλιφιές και τα χαμόγελα, την υπομονή και το καλόπιασμα. Εγώ απ' την πρώτη στιγμή υιοθέτησα το και ο άγιος φοβέρα θέλει, πόσο μάλλον όταν μιλάμε για χρεωμένους κουμαρτζήδες, χαρτοπαίχτες και μεθύστακες των καφέ σαντάν, γεροπαραλυμένους που έστελναν δαχτυλίδια και κολιέ σε θεατρίνες. (Ισίδωρος Ζουργός, Παλιές και νέες χώρες, εκδ. Πατάκης, 2023)”
“δειλή προσπάθεια, δειλή ματιά”
“είναι δειλός με τα κορίτσια”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.