προσφορά
Ορισμοί
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πρόσφορο accusative, nominative, plural, vocative
- η ενέργεια του προσφέρω, το να δίνεις σε κάποιον κάτι με επισημότητα σε ένδειξη σεβασμού ή αγάπης ή θρησκευτικής λατρείας κ.λπ.
- το σύνολο όσων έχει προσφέρει κάποιος
- η συμβολή, το αξιόλογο έργο που έχει επιτελέσει κάποιος
- η πρόταση που υποβάλλει ένας οίκος σε υποψήφιο αγοραστή για την προμήθεια αγαθών ή υπηρεσιών, ιδιαίτερα στο πλαίσιο ενός διαγωνισμού· η επιχειρηματική πρόταση, πχ αυτή για την εξαγορά μιας επιχείρησης
- η διάθεση ενός προϊόντος σε ειδική τιμή, χαμηλότερη από εκείνη που συνηθίζεται είτε από αυτόν που το διαθέτει είτε γενικά στην αγορά
- η διαθέσιμη ή προσφερόμενη προς αγορά ποσότητα ενός οικονομικού αγαθού σε κάποια συγκεκριμένη χρονική στιγμή ή περίοδο
Ισοδύναμα
27 more languages
Беларускаяпрапанова
Българскипредложение
Češtinanabídka
Danskfrieri
עבריתזים
हिन्दीप्रस्ताव
Magyarkereslet-kínálat
Íslenskabónorð
ქართულიმოთხოვნა და მიწოდება
Slovenčinaponuka
Slovenščinasnubitev
Українськапроскура
Tiếng Việtcung cầu
Παραδείγματα
“Οι προσφορές των πιστών προς τους θεούς ήταν ήδη στο βωμό για τη θυσία.”
“31-12-2009: Εθιμοτυπική προσφορά δώρων σε τροχονόμους (από το δικτυακό τόπο της Ελληνικής Αστυνομίας)”
“η προσφορά του στον τομέα της επιστήμης ήταν μεγάλη.”
“Οι φάκελοι των προσφορών πρέπει να κατατεθούν κλειστοί πριν την ημερομηνία και ώρα που λήγει ο διαγωνισμός.”
“※ Η Yahoo, η ιδιοκτήτρια της δεύτερης μεγαλύτερης μηχανής αναζήτησης στο Διαδίκτυο, απέρριψε την προσφορά εξαγοράς της από την Microsoft ... (εφημερίδα Ημερησία, 12 Φεβρουαρίου 2008)”
Επίπεδο CEFR
A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free