HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του πρώτος | Babel Free

Επίθετο θηλυκό CEFR A2 Common
ˈpɾotos

Ορισμοί

  1. που αντιστοιχεί στη θέση υπ' αριθμόν ένα, που δεν έχει άλλον πριν από αυτόν
  2. που ηγείται
  3. ο καλύτερος
  4. σε ένδειξη επιδοκιμασίας
    familiar
  5. για αριθμό που δεν έχει άλλους διαιρέτες εκτός από τον εαυτό του και το 1
  6. τιμητικός τίτλος που έφερε ο επικεφαλής μιας μοναστικής πολιτείας ή ο προεδρεύων στις αγιορείτικες συνάξεις
  7. Όρος της ναυτικής αργκό που αναφέρεται -χάριν συντομίας- στον Α' Μηχανικό (ανώτερο αξιωματικό μετά τον Πλοίαρχο) ενός πλοίου.

Ισοδύναμα

Беларуская першы
Български първи
Bosanski prime
Deutsch Erster erster grundieren prim Primzahl
English first first first first Prime prime prime
Euskara zenbaki
עברית ראשון ראשון
Hrvatski prime
Magyar prím
Bahasa Indonesia prima
日本語 最たる
한국어
Latina primus Primus
Nederlands gronden prime
Slovenčina prvý
Shqip parë pare parë parë
Српски prime
Svenska aptera flöda
Türkçe asal sayı birincil ilk ilk ilk
中文 第一 第一
ZH-TW 第一 第一

Παραδείγματα

“ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος”

the First World War

“πρώτος μεταξύ ίσων”
“ήταν ο πρώτος μαθητής στο σχολείο”
“είσαι και ο πρώτος”
“※ «σ' έστειλε ο Πρώτος στα νερά να πας για να γραδάρεις» (στίχος από το ποίημα "Θεσσαλονίκη" του Νίκου Καββαδία)”

Επίπεδο CEFR

A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
See all A2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη πρώτος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free