Meaning of πρώτος | Babel Free
/ˈpɾotos/Ορισμοί
- που αντιστοιχεί στη θέση υπ' αριθμόν ένα, που δεν έχει άλλον πριν από αυτόν
- που ηγείται
- ο καλύτερος
-
σε ένδειξη επιδοκιμασίας familiar
- για αριθμό που δεν έχει άλλους διαιρέτες εκτός από τον εαυτό του και το 1
- τιμητικός τίτλος που έφερε ο επικεφαλής μιας μοναστικής πολιτείας ή ο προεδρεύων στις αγιορείτικες συνάξεις
- Όρος της ναυτικής αργκό που αναφέρεται -χάριν συντομίας- στον Α' Μηχανικό (ανώτερο αξιωματικό μετά τον Πλοίαρχο) ενός πλοίου.
Παραδείγματα
“ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος”
the First World War
“πρώτος μεταξύ ίσων”
“ήταν ο πρώτος μαθητής στο σχολείο”
“είσαι και ο πρώτος”
“※ «σ' έστειλε ο Πρώτος στα νερά να πας για να γραδάρεις» (στίχος από το ποίημα "Θεσσαλονίκη" του Νίκου Καββαδία)”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.