HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πρώτος | Babel Free

Adjective feminine CEFR A2 Common
/ˈpɾotos/

Ορισμοί

  1. που αντιστοιχεί στη θέση υπ' αριθμόν ένα, που δεν έχει άλλον πριν από αυτόν
  2. που ηγείται
  3. ο καλύτερος
  4. σε ένδειξη επιδοκιμασίας
    familiar
  5. για αριθμό που δεν έχει άλλους διαιρέτες εκτός από τον εαυτό του και το 1
  6. τιμητικός τίτλος που έφερε ο επικεφαλής μιας μοναστικής πολιτείας ή ο προεδρεύων στις αγιορείτικες συνάξεις
  7. Όρος της ναυτικής αργκό που αναφέρεται -χάριν συντομίας- στον Α' Μηχανικό (ανώτερο αξιωματικό μετά τον Πλοίαρχο) ενός πλοίου.

Παραδείγματα

“ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος”

the First World War

“πρώτος μεταξύ ίσων”
“ήταν ο πρώτος μαθητής στο σχολείο”
“είσαι και ο πρώτος”
“※ «σ' έστειλε ο Πρώτος στα νερά να πας για να γραδάρεις» (στίχος από το ποίημα "Θεσσαλονίκη" του Νίκου Καββαδία)”

Επίπεδο CEFR

A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πρώτος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course