θάλασσα
Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
- το σύνολο του αλμυρού νερού που καλύπτει την επιφάνεια της Γης
- γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Θάλασσας)
- θαλάσσιο τμήμα που συνδέεται με έναν ωκεανό
- η επιφάνεια της θάλασσας
- η θαλασσοταραχή
- έκταση στην επιφάνεια της Σελήνης που με το τηλεσκόπιο φαίνεται σκοτεινότερη και πιο επίπεδη από τα εδάφη που την περιβάλλουν
-
το πλήθος, πολύς figuratively
Ισοδύναμα
49 more languages
العربيةبحر
Azərbaycan dilidəniz
Българскиморе
Bosanskimore
Catalàmar
Danskhav
Esperantomaro
Eestimeri
Euskaraitsaso
Suomimeri
Gaeilgemuir
Gàidhligmuir
עבריתים
Hrvatskimore
Magyartenger
Հայերենծով
Bahasa Indonesialaut
Italianomare
日本語海
ქართულიზღვა
Latinamare
Latviešujura
Македонскиморе
Bahasa Melayulaut
Maltibaħar
Nederlandszee
Portuguêsmar
Românămare
Slovenčinamore
Slovenščinamorje
Shqipdet
Српскиморе
Svenskasjö
Kiswahilibahari
Тоҷикӣбаҳр
ไทยทะเล
Türkçedeniz
Українськаморе
中文海
繁體中文海
Παραδείγματα
“Βαλτική Θάλασσα, Μεσόγειος Θάλασσα”
Baltic Sea, Mediterranean Sea
“Πήγε στη θάλασσα.”
He went to sea.
“πολύ θάλασσα”
heavy seas, stormy weather
“Κατηγορία:Θάλασσες (νέα ελληνικά) στο Βικιλεξικό”
“Ξεκινήσαμε για ψάρεμα με τη βάρκα αλλά βρήκαμε πολύ θάλασσα και γυρίσαμε πίσω.”
“θάλασσα ανθρώπων (ανθρωποθάλασσα, λαοθάλασσα)”
“θάλασσα από λουλούδια (πάρα πολλά λουλούδια)”
“θάλασσα δακύρων, θάλασσα από δάκρυα (Παραβάλετε ποτάμι δακρύων, βροχή)”
Επίπεδο CEFR
A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free