θεός
Ορισμοί
-
ανδρικό όνομα rare
- ο Θεός της Βίβλου
- αθάνατο ον, με υπεράνθρωπες δυνάμεις και ιδιότητες που του απονέμεται λατρεία
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Θέου)
-
συγκεκριμένος θεός δόγματος general
- ο Θεός, το μεταφυσικό παντοδύναμο ον που σύμφωνα με τις μονοθεϊστικές θρησκευτικές ιδέες δημιούργησε τον κόσμο και τον κυβερνά
-
ό,τι σεβόμαστε ή λατρεύουμε υπερβολικά figuratively
-
άτομο εξαιρετικής ωραιότητας figuratively
Ισοδύναμα
59 more languages
AfrikaansGod
Azərbaycan diliAllah
Българскибог
Catalàdeu
CymraegDuw
DanskGud
DeutschGott
Esperantodio
Eestijumal
Suomijumala
Gaeilgedia
Gàidhligdia
ગુજરાતીઈશ્વર
हिन्दीईश्वर
MagyarIsten
Հայերենաստված
Íslenskaguð
Italianodio
ქართულიღმერთი
한국어신
LëtzebuergeschGott
Lietuviųdievas
Latviešudievs
МакедонскиБог
Maltialla
नेपालीईश्वर
Nederlandsgod
PolskiBóg
Portuguêsdeus
РусскийБОГ
Slovenčinaboh
Slovenščinabog
Shqipzot
SvenskaGud
KiswahiliMungu
தமிழ்கடவுள்
ไทยพระเจ้า
Українськабог
O'zbekchaxudo
Tiếng ViệtThiên Chúa
中文神
繁體中文神
isiZuluuJehova
Παραδείγματα
“Στην αρχαία Ελλάδα, ο Διόνυσος ήταν ο θεός του κρασιού.”
In Ancient Greece, Dionysus was the god of wine.
“Όσον αφορά μουσική, ο Μότσαρτ ήταν ο θεός του.”
With regard to music, Mozart was his god.
“Σε αυτόν τον κόσμο, δυστυχώς, τα λεφτά είναι ο θεός τους.”
In this world, unfortunately, money is their god.
“Στην παραλία ήταν διάφοροι θεοί.”
There were several Greek gods on the beach.
“Ο Θεός έδωσε τις δέκα εντολές στον Μωυσή.”
God gave the ten commandments to Moses.
“Κάθε βράδυ, προσεύχομαι στο Θεό.”
Every night, I pray to God.
“Ο θεός είναι η συμπυκνωμένη προσωποποίηση της θεωρούμενης συμπαντικής αυτενέργειας.”
“→ χρειάζεται παράθεμα”
“→ χρειάζεται παράδειγμα”
Επίπεδο CEFR
A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free