Meaning of σύστημα | Babel Free
/ˈsis.ti.ma/Ορισμοί
- σύνολο μερών ή πραγμάτων με στενή σχέση ενότητας ή αλληλεξάρτησης στην πραγμάτωση κάποιου στόχου, ή εργασίας, ή ισορροπίας.
- μέθοδος κατασκευής, σύνθεσης, ανάλυσης, ή λειτουργίας
- συνδυασμός επιλογής τρόπων λειτουργίας, εκπαίδευσης κ.λπ.
- ακολουθούμενη τακτική, ή θεωρία χωρίς παρέκκλιση
- το υλικό (hardware) και το λογισμικό (software) ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή
Παραδείγματα
“σύστημα τροφοδοσίας κινητήριων μηχανών”
“εκπαιδευτικό σύστημα”
“κατά σύστημα”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.