σύστημα
Ορισμοί
- σύνολο μερών ή πραγμάτων με στενή σχέση ενότητας ή αλληλεξάρτησης στην πραγμάτωση κάποιου στόχου, ή εργασίας, ή ισορροπίας.
- μέθοδος κατασκευής, σύνθεσης, ανάλυσης, ή λειτουργίας
- συνδυασμός επιλογής τρόπων λειτουργίας, εκπαίδευσης κ.λπ.
- ακολουθούμενη τακτική, ή θεωρία χωρίς παρέκκλιση
- το υλικό (hardware) και το λογισμικό (software) ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή
Ισοδύναμα
25 more languages
Българскисистема
Catalàsistema
Češtinasystém
DeutschSystem
Esperantosistemo
Eestisüsteem
Suomijärjestelmä
Galegosistema
עבריתמערכת
Hrvatskisustav
Magyarrendszer
Italianosistema
日本語仕組み
Lietuviųsistema
Latviešusistēma
Nederlandssysteem
Portuguêssistema
Românăsistem
Русскийсистема
Slovenščinasistem
Српскисистем
Svenskasystem
Türkçesistem
Українськасистема
Παραδείγματα
“σύστημα τροφοδοσίας κινητήριων μηχανών”
“εκπαιδευτικό σύστημα”
“κατά σύστημα”
Επίπεδο CEFR
A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free