Meaning of έγκλημα | Babel Free
/ˈeŋ.ɡli.ma/Ορισμοί
- κάθε άδικη πράξη, προβλεπόμενη και τιμωρούμενη από το νόμο με ποινή
- πράξη που θεωρείται κακή, άδικη, λάθος
Ισοδύναμα
English
crime
Παραδείγματα
“ειδεχθές έγκλημα”
heinous crime
“ανεξιχνίαστο έγκλημα”
“Δεν είναι έγκλημα να λές την γνώμη σου ανοιχτά.”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.