Meaning of πηγαίνω | Babel Free
/piˈʝe.no/Ορισμοί
- κινούμαι από ένα σημείο προς ένα άλλο σημείο, μεταβαίνω
- πρόκειται ή επιθυμώ να φύγω από το μέρος όπου βρίσκομαι
- πρόκειται ή επιθυμώ να ξεκινήσω μια ενέργεια ή δραστηριότητα
- παρακολουθώ σε τακτική βάση μαθήματα, φοιτώ
- μεταφέρω, οδηγώ ή συνοδεύω κάποιον ή κάτι κάπου
- ταιριάζω
Ισοδύναμα
English
go
Παραδείγματα
“Μπορείς να με πας στο αεροδρόμιο;”
Can you take me to the airport?
“Πήγα δύο φίλους μου στο λιμάνι”
I took two of my friends to the port.
“πηγαίνω στην Αθήνα”
“είναι ώρα να πηγαίνουμε”
“πηγαίνω για φαγητό, πηγαίνω για μπάνιο, πηγαίνω για ύπνο”
“θα πάω μετά να τους μιλήσω”
“πηγαίνω σχολείο, πηγαίνω στην τρίτη τάξη, πηγαίνω αγγλικά”
“Τρία άτομα πηγαίνουν το κοπάδι τους στον βοσκότοπο.”
“αυτό το ρούχο σου πηγαίνει”
“το κόκκινο κρασί δεν πάει με τα θαλασσινά”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.