Meaning of ακούω | Babel Free
/[aˈkuo]/Ορισμοί
-
έχω την αίσθηση της ακοής intransitive
-
αντιλαμβάνομαι τους ήχους με το αφτί transitive
-
πληροφορούμαι transitive
-
Έχω προτίμηση σε κάποιο είδος μουσικής transitive
- δίνω την προσοχή μου σε κάποιον ή κάτι.
-
δε με ενδιαφέρει κάτι negative
- υπακούω
Ισοδύναμα
English
listen
Παραδείγματα
“Άκουσα κάποια δυσάρεστα νέα.”
I heard some bad news.
“Άκουγαν τη διάλεξη.”
They were listening to the lecture.
“Άκουσέ με!”
Listen to me!
“Οι κωφοί δεν ακούνε.”
Deaf people cannot hear.
“Κάτι έπαθε μετά το ατύχημα και δεν ακούει πια.”
“Οι φοιτητές άκουγαν τη διάλεξη με μεγάλη προσοχή.”
“-Τι ακούς συνήθως; -Συνήθως ακούω ροκ ή κλασική μουσική.”
“Ακούστε με, σας παρακαλώ!”
“Δεν ακούω τίποτα! Θα κάνω ό,τι μου αρέσει.”
“Αυτό το παιδί δε με ακούει πια καθόλου.”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.