HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ακούω — definition

Conjugation of ακούω

Regular CEFR A2
[aˈkuo]

δίνω την προσοχή μου σε κάποιον ή κάτι. Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ακούω
εσύ ακούς
αυτός / αυτή / αυτό ακούει
εμείς ακούμε
εσείς ακούτε
αυτοί / αυτές / αυτά ακούν
Παρατατικός
εγώ άκουγα
εσύ άκουγες
αυτός / αυτή / αυτό άκουγε
εμείς ακούγαμε
εσείς ακούγατε
αυτοί / αυτές / αυτά άκουγαν
Αόριστος
εγώ άκουσα
εσύ άκουσες
αυτός / αυτή / αυτό άκουσε
εμείς ακούσαμε
εσείς ακούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά άκουσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ακούσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ακούσω
εσύ ακούσεις
αυτός / αυτή / αυτό ακούσει
εμείς ακούσουμε
εσείς ακούσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ακούσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ άκουγε
εσείς ακούτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ άκουσε
εσείς ακούστε
Απαρέμφατο αορίστου
ακούσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ακούγομαι
εσύ ακούγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ακούγεται
εμείς ακουγόμαστε
εσείς ακούγεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ακούγονται
Παρατατικός
εγώ ακουγόμουν
εσύ ακουγόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ακουγόταν
εμείς ακουγόμασταν
εσείς ακουγόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ακούγονταν
Αόριστος
εγώ ακούστηκα
εσύ ακούστηκες
αυτός / αυτή / αυτό ακούστηκε
εμείς ακουστήκαμε
εσείς ακουστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ακούστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ακουστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ακουστώ
εσύ ακουστείς
αυτός / αυτή / αυτό ακουστεί
εμείς ακουστούμε
εσείς ακουστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ακουστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ακούγεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς ακουστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ακουστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary