HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μάτι | Babel Free

Noun CEFR A2 Frequent
/ˈma.ti/

Ορισμοί

  1. οικισμός της Αττικής
  2. ανδρικό όνομα
  3. ο οφθαλμός, το όργανο της όρασης
  4. γυναικείο όνομα
    rare
  5. η ματιά, το βλέμμα
  6. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
    rare
  7. η προσοχή, η επίβλεψη
  8. η αντιληπτική και κριτική ικανότητα
  9. η βασκανία, το μάτιασμα
  10. η τρύπα στην κορυφή μιας βελόνας
  11. η οπή πάνω σε αντικείμενο, μέσω της οποίας επιτρέπεται οπτική επαφή με την άλλη πλευρά
  12. εξάρτημα ή οπτικό όργανο μηχανήματος που επιτρέπει την όραση μέσα από αυτό, το βιζέρ
  13. το κέντρο μιας δίνης, ενός κυκλώνα
  14. η στρογγυλή εστία κουζίνας
  15. ασχημάτιστη φύτρα, βλαστός φυτού

Ισοδύναμα

English Burner evil eye eye

Παραδείγματα

“πονάει το μάτι μου”
“με τα μάτια ενός παιδιού”
“έχει ένα μάτι σε όλα”
“έχει μάτι”
“δεν τον πιάνει μάτι”
“πέρνα την κλωστή μέσα απ' το μάτι”
“το μάτι της πόρτας”
“το μάτι της κάμερας”
“Στο μάτι του τυφώνα δε φυσάει καθόλου ο άνεμος.”
“Βάλε τη χύτρα πάνω στο μεγάλο μάτι.”
“Για να κλαδέψεις το φυτό, κόψε τα κλαδάκια πάνω από κάθε μάτι.”
“οι πατάτες έχουν βγάλει μάτια”

Επίπεδο CEFR

A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μάτι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course