Meaning of μάτι | Babel Free
/ˈma.ti/Ορισμοί
- οικισμός της Αττικής
- ανδρικό όνομα
- ο οφθαλμός, το όργανο της όρασης
-
γυναικείο όνομα rare
- η ματιά, το βλέμμα
-
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο) rare
- η προσοχή, η επίβλεψη
- η αντιληπτική και κριτική ικανότητα
- η βασκανία, το μάτιασμα
- η τρύπα στην κορυφή μιας βελόνας
- η οπή πάνω σε αντικείμενο, μέσω της οποίας επιτρέπεται οπτική επαφή με την άλλη πλευρά
- εξάρτημα ή οπτικό όργανο μηχανήματος που επιτρέπει την όραση μέσα από αυτό, το βιζέρ
- το κέντρο μιας δίνης, ενός κυκλώνα
- η στρογγυλή εστία κουζίνας
- ασχημάτιστη φύτρα, βλαστός φυτού
Παραδείγματα
“πονάει το μάτι μου”
“με τα μάτια ενός παιδιού”
“έχει ένα μάτι σε όλα”
“έχει μάτι”
“δεν τον πιάνει μάτι”
“πέρνα την κλωστή μέσα απ' το μάτι”
“το μάτι της πόρτας”
“το μάτι της κάμερας”
“Στο μάτι του τυφώνα δε φυσάει καθόλου ο άνεμος.”
“Βάλε τη χύτρα πάνω στο μεγάλο μάτι.”
“Για να κλαδέψεις το φυτό, κόψε τα κλαδάκια πάνω από κάθε μάτι.”
“οι πατάτες έχουν βγάλει μάτια”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.