Meaning of αισθάνομαι | Babel Free
/eˈsθa.no.me/Ορισμοί
- αντιλαμβάνομαι κάτι με τις αισθήσεις, κυρίως με την αίσθηση της αφής ή της όσφρησης
- αντιλαμβάνομαι κάτι με το μυαλό μου, καταλαβαίνω
- προαισθάνομαι
- νιώθω ένα συναίσθημα
-
αντιλαμβάνομαι κατά ένα ορισμένο τρόπο την ψυχολογική μου κατάσταση ή τις σωματικές μου δυνάμεις και την κατάσταση της υγείας μου intransitive
Παραδείγματα
“Aισθάνομαι πόνο.”
I feel pain.
“Aισθάνομαι καλά, δεν είμαι άρρωστος.”
I feel well, I am not sick
“Aισθάνομαι ότι μου λες αλήθεια.”
I understand that you are telling me the truth.
“αισθάνθηκε ένα ελαφρό αεράκι να τον δροσίζει”
“αισθάνθηκε για πρώτη φορά στη ζωή του ελεύθερος”
“—Πώς αισθάνεσαι τώρα; —Πολύ καλύτερα, ευχαριστώˈ'”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.