Meaning of σκότωσε | Babel Free
/ˈsko.to.se/Ορισμοί
- γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του σκοτώνω
- β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεργητικού αορίστου του σκοτώνω
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.