HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

διάρκεια

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR A2 Frequent
ˈði̯aɾ.ci.a

Ορισμοί

  1. η χρονική συνέχεια κατά την οποία συντελείται κάτι
  2. η έκταση ενός συνεχούς χρονικού διαστήματος
  3. διαρκείας (γενική): που έχει πολλή διάρκεια και δεν έχει ισχύ μόνο για μια φορά
  4. για τους χρόνους του ρήματος που δηλώνουν συνέχεια
  5. αξία

Ισοδύναμα

30 more languages
العربيةمدة
Azərbaycan dilidavammüddətsürək
Bosanskimasa
Češtinatrvání
Cymraegystod
Deutschdauer
فارسیمدت
Galegodura
עבריתמשך
Hrvatskimasa
Italianodurata
日本語存続期間
한국어기간지속
Lietuviųtrukmė
Bahasa Melayudurasijangka masamasatempoh
Nederlandsduurtijdsduur
Polskitrwanie
Portuguêsduração
Românădurată
Српскиmasa
Türkçesure
Українськатривалість

Παραδείγματα

“Το τεστ έχει διάρκεια δύο ώρες.”

The test has a duration of two hours.

“Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού είχα πολύ άγχος.”
“Η ταινία έχει διάρκεια 93 λεπτά.”
“εισιτήριο διαρκείας”
“εξακολουθητικός χρόνος”

Επίπεδο CEFR

A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
See all A2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη διάρκεια σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free