HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

διάρκειας

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
ði.aɾˈci.as

Ορισμοί

  1. γενική ενικού του διάρκεια
    genitive, singular
  2. άλλη μορφή του εισιτήριο διαρκείας
    familiar

Παραδείγματα

“※ Ο Παναθηναϊκός θέτει από τις 4 Ιουλίου σε κυκλοφορία τα εισιτήρια διαρκείας για τη νέα αγωνιστική σεζόν. Προτεραιότητα έχουν οι περσινοί κάτοχοι, οι οποίοι μπορούν να ανανεώσουν τα διαρκείας τους μέχρι και τις 12 Ιουλίου.”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη διάρκειας σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free