Meaning of διάρκειας | Babel Free
/ði.aɾˈci.as/Ορισμοί
-
γενική ενικού του διάρκεια genitive, singular
-
άλλη μορφή του εισιτήριο διαρκείας familiar
Παραδείγματα
“※ Ο Παναθηναϊκός θέτει από τις 4 Ιουλίου σε κυκλοφορία τα εισιτήρια διαρκείας για τη νέα αγωνιστική σεζόν. Προτεραιότητα έχουν οι περσινοί κάτοχοι, οι οποίοι μπορούν να ανανεώσουν τα διαρκείας τους μέχρι και τις 12 Ιουλίου.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.