HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του δυνάμεις | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR A2 Frequent
ðiˈna.mis

Ορισμοί

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του δύναμη
    accusative, nominative, plural, vocative
  2. ένα από τα τάγματα των αγγέλων, άγγελος της δεύτερης ταξιαρχίας της δεύτερης τάξης (κατά τον ψευδο-Διονύσιο Αεροπαγίτη)

Ισοδύναμα

English power Powers
Español poderes potencias
Suomi valtuus
Français Vertus
Italiano attribuzioni poteri
Русский Пауэрс
Українська повноваження
Tiếng Việt quyền hạn

Παραδείγματα

“Οι δυνάμεις μας εξαντλήθηκαν.”

Our forces were exhausted.

Επίπεδο CEFR

A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
See all A2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη δυνάμεις σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free