Meaning of πόδι | Babel Free
/ˈpo.ði/Ορισμοί
- άκρο του σώματος ανθρώπων ή ζώων που χρησιμεύει στη στήριξη και στο βάδισμα
- το τμήμα του ανθρώπινου σώματος κάτω από τον αστράγαλο
- τμήμα επίπλου ή αντικειμένου που προεξέχει και πάνω στο οποίο αυτό στηρίζεται
- επιμήκης χερσόνησος
- μονάδα μήκους που υποδιαιρείται σε 12 ίντσες και ισούται με 0,30479 μέτρα
-
ο πόδας, ομάδα συλλαβών σε έναν στίχο που ακολουθούν ένα ποιητικό μέτρο rare
Παραδείγματα
“Έσπασε το πόδι του παίζοντας ποδόσφαιρο.”
He broke his leg playing football.
“Του έκοψαν το πόδι επειδή είχε μολυνθεί το δάχτυλο του ποδιού.”
They cut his foot off because the toe had become infected.
“Αυτό το τραπέζι έχει μόνο τρία πόδια.”
This table only has three legs.
“Η Χαλκιδική έχει τρία πόδια.”
Chalkidiki has three fingers.
“Το αεροσκάφος πετάει στα τριάντα χιλιάδες πόδια.”
The aircraft is flying at thirty thousand feet.
“※ χαϊδεύοντας όλο της το σταυρωμένο επίσης πόδι μέχρι το σημείο όπου το μπατζάκι της απόληγε αφήνοντας εκτεθειμένο λίγο λευκό δέρμα του ποδιού πριν απ' τα μαύρα της μποτάκια, και χάιδευε το ακάλυπτο σημείο του ποδιού της ή κατέβαζε ανεπαισθήτως λίγο το μπατζάκι της. (Σπύρος Μαντζαβίνος, Ποδολάτρες, εκδ. Πατάκη, 2025)”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.