Meaning of πόδια | Babel Free
/poˈðʝa/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- ρούχο που καλύπτει συνήθως μόνο το μπροστινό μέρος του σώματος και δένεται πίσω από τη μέση ή/και στον αυχένα· φοριέται κατά τη διάρκεια εργασιών, για να μη λερωθούν τα υπόλοιπα ρούχα
- η σχολική ποδιά: απλό ρούχο γαλάζιου χρώματος που κούμπωνε μπροστά και το φορούσαν παλιότερα οι μαθητές και οι μαθήτριες
-
οποιοδήποτε εξάρτημα καλύπτει και προστατεύει broadly
- προστατευτικό κάλυμμα στο μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου που καταλήγει στον προφυλακτήρα και προστατεύει τον κινητήρα
Παραδείγματα
“η ποδιά της νοικοκυράς”
“※ Ύστερα σηκώθηκε, ξαναγύρισε στο σκαμνί και χάιδεψε με τα δάχτυλα το όμορφο υφαντό που ήταν τυλιγμένο σαν ποδιά γύρω από τη λευκή καμινάδα. Ήταν η τελευταία μπουχαροποδιά που είχε υφάνει η μητέρα της. (Richard Romanus, Χρυσαλλίς, πρωτότυπος τίτλος Matoula’s Echo, μεταφράστρια Χλόη Ιωαννίδου, 2011 https://www.armidabooks.com/book/chrysallis/)”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.