HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του πόδια | Babel Free

Ουσιαστικό CEFR A2 Common
poˈðʝa

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. ρούχο που καλύπτει συνήθως μόνο το μπροστινό μέρος του σώματος και δένεται πίσω από τη μέση ή/και στον αυχένα· φοριέται κατά τη διάρκεια εργασιών, για να μη λερωθούν τα υπόλοιπα ρούχα
  3. η σχολική ποδιά: απλό ρούχο γαλάζιου χρώματος που κούμπωνε μπροστά και το φορούσαν παλιότερα οι μαθητές και οι μαθήτριες
  4. οποιοδήποτε εξάρτημα καλύπτει και προστατεύει
    broadly
  5. προστατευτικό κάλυμμα στο μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου που καταλήγει στον προφυλακτήρα και προστατεύει τον κινητήρα

Ισοδύναμα

العربية جِسْرٌ صَغِير
Bosanski bor tunel
Català túnel
Čeština gajdy housle jesle
English Apron Nutmeg
Español caño túnel
Suomi tunneli
Hrvatski bor tunel
Magyar bor kötény
Italiano tunnel
Kurdî apron bêşik bor bor
Nederlands panna poorten
Português caneta cueca sainha túnel
Српски bor tunel
Svenska tunnel tunnla
Türkçe beşik

Παραδείγματα

“η ποδιά της νοικοκυράς”
“※ Ύστερα σηκώθηκε, ξαναγύρισε στο σκαμνί και χάιδεψε με τα δάχτυλα το όμορφο υφαντό που ήταν τυλιγμένο σαν ποδιά γύρω από τη λευκή καμινάδα. Ήταν η τελευταία μπουχαροποδιά που είχε υφάνει η μητέρα της. (Richard Romanus, Χρυσαλλίς, πρωτότυπος τίτλος Matoula’s Echo, μεταφράστρια Χλόη Ιωαννίδου, 2011 https://www.armidabooks.com/book/chrysallis/)”

Επίπεδο CEFR

A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
See all A2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη πόδια σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free