Meaning of σκέλος | Babel Free
/ˈsce.los/Ορισμοί
-
καθένα από τα δύο κάτω άκρα δίποδου ή τα πίσω άκρα τετράποδου formal
- ανδρικό επώνυμο
-
κάθε τι που μοιάζει με πόδι figuratively
-
το καθένα από όμοια ή παρόμοια πράγματα και ειδικότερα όταν πρόκειται για δύο general
Παραδείγματα
“※ Η έκκεντρη τοποθέτηση του κιονίσκου (ή της βάσης) αποδεικνύει ότι ο αναθηματικός τρίποδας ήταν στερεωμένος με τα δύο πρόσθια σκέλη του να πατούν πλησιέστερα προς την κύρια και ενεπίγραφη όψη του. (Αρχαιολογικόν δελτίον, Τόμος 67-68, μέρος 1, Υπουργείο Πολιτισμού, 2012, σελ. 422)”
“το δεύτερο σκέλος της εξισώσεως περιλαμβάνει μόνο τον άγνωστο χι”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.