Meaning of πάτε | Babel Free
Ορισμοί
- πάστα, πίτα ή φραντζόλα γεμάτη με ζυμωτό κρέας
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
-
κλητική ενικού του πάτος singular, vocative
Ισοδύναμα
English
pate
Παραδείγματα
“※ ...ευτυχώς οι συγκάτοικοι δεν ήταν φραγκοφονιάδες. Μου αγόραζαν πανάκριβες γκουρμέ κονσέρβες: τόνους, κουνέλι με λαχανικά, πατέ πάπιας και, την πιο αγαπημένη μου, γαρίδες του ωκεανού με πέστροφα. (Λένα Διβάνη, Εγώ ο Ζάχος Ζάχαρης (νέα έκδοση), εκδ. Πατάκης, 2024)”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.