Meaning of μάχη | Babel Free
/ˈma.çi/Ορισμοί
- σύγκρουση μεταξύ δύο στρατευμάτων σε συγκεκριμένο χώρο και χρονική στιγμή
- γυναικείο όνομα
- σύνολο πολεμικών γεγονότων που διαδραματίστηκαν σε συγκεκριμένο χώρο μέσα στο ιστορικό πλαίσιο ενός ευρύτερου πολέμου.
-
βίαιη σύγκρουση, ένοπλη ή μη, μεταξύ δύο αντιπάλων παρατάξεων, ομάδων κ.λπ. broadly
-
ο αγώνας για την επίτευξη ενός στόχου figuratively
Παραδείγματα
“Η μάχη του Μαραθώνα έγινε το 490 π.Χ.”
“Η μάχη της Κρήτης κατά το Β' Παγκόσμιο πόλεμο.”
“Πάλι μετατράπηκε το κέντρο της Αθήνας σε πεδίο μάχης.”
“η μάχη για τη ζωή, για το μεροκάματο, για μία θέση στα πανεπιστήμια”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.