Σημασία του βήμα | Babel Free
ˈvi.maΟρισμοί
- η κίνηση που κάνουμε όταν φέρνουμε το ένα πόδι μπροστά από το άλλο κατά το βάδισμα
- η απόσταση που διανύουμε όταν κάνουμε μία τέτοια κίνηση
- υπερυψωμένη κατασκευή στην οποία ανεβαίνει κάποιος που μιλάει σε δημόσια συνάθροιση
-
το μέρος ή η ευκαιρία που έχει κάποιος να εκφράσει δημόσια τις απόψεις του figuratively
- μέρος του τίτλου εφημερίδων ή άλλων ενημερωτικών εντύπων
- άγιο βήμα: το ιερό του χριστιανικού ναού, το μέρος όπου βρίσκεται η Αγία Τράπεζα
Ισοδύναμα
Български
трибуна
Esperanto
tribuno
Eesti
samm
Suomi
äänenkannattaja
kuori
palkintokoroke
palkintopalli
palkintosija
puhujakoroke
puhujapönttö
tribuuni
Македонски
трибина
Παραδείγματα
“το περιοδικό μας θα δώσει ένα βήμα έκφρασης σε νέους δημιουργούς”
Επίπεδο CEFR
A2
Βασικό
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR A2 — επίπεδο βασικό.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free