Meaning of ενέργεια | Babel Free
/eˈner.ʝi.a/Ορισμοί
- η ανθρώπινη πράξη
- η θεμελιώδης ποσότητα που χαρακτηρίζει ένα σώμα ή χώρο που μπορεί να μεταβάλλει κάποιο άλλο σώμα ή να μεταβληθεί
-
ενεργητικότητα, ζωντάνια figuratively
- επενέργεια, επίδραση, δραστικότητα
Παραδείγματα
“Είναι γεμάτος ενέργεια.”
“ανεπιθύμητη ενέργεια φαρμάκου (παρενέργεια)”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.